χόρτος

ὁ χόρτος корм; трава, сено (ср. лат. hortus)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "χόρτος" в других словарях:

  • χόρτος — enclosed place masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτος — ὁ, ΜΑ αυτοφυές χόρτο, χρησιμοποιούμενο ιδίως για ζωοτροφή (α. «ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῑς κτήνεσι...», ΠΔ β. «σῑτον ἐσενηνέχθαι πολλὸν καὶ χόρτον τοῑσι ὑποζυγίοισι», Ηρόδ.) αρχ. 1. τόπος περιφραγμένος και φυτευμένος με διάφορα φυτά και δέντρα,… …   Dictionary of Greek

  • χόρτοι — χόρτος enclosed place masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοιο — χόρτος enclosed place masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοις — χόρτος enclosed place masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτοισι — χόρτος enclosed place masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτον — χόρτος enclosed place masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτου — χόρτος enclosed place masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτους — χόρτος enclosed place masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτων — χόρτος enclosed place masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χόρτῳ — χόρτος enclosed place masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.